imerida_photo_xrysogonou_1

Προτείνει να θεσπιστούν ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κ. Κώστας Χρυσόγονος

Αντικίνητρα ώστε να αποτρέπεται η κληρονομική μεταβίβαση αγροτικής γης σε αστούς

  • Ενώ ως χώρα, χρειαζόμαστε μια εθνική αγροτική πολιτική, παράλληλη με την ΚΑΠ, ύστερα από σοβαρό διάλογο ουσίας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων του συνταγματικού τόξου και των παραγωγικών φορέων του πρωτογενούς τομέα

 

 

Δεν χρειάζεται να πει κανείς πολλά λόγια για να τονίσει τη σημασία και συνεισφορά της γεωργικής δραστηριότητας στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Γεωργία, δασοκομία και αλιεία παράγουν το 3,7% του συνολικού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, δηλ. ποσοστό υψηλότερο σε σχέση με όλα τα άλλα κράτη που ήταν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης πριν το 2004. Με βάση εξάλλου τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για το έτος 2013, η απασχόληση στον τομέα αυτόν ήταν 464 χιλιάδες άτομα, δηλ. περίπου το ένα όγδοο της συνολικής απασχόλησης στην Ελλάδα.

Σε αντίθεση μάλιστα με τη βιομηχανία, τις κατασκευές και τις υπηρεσίες, όπου ως γνωστόν υπάρχει εξαιρετικά υψηλή ανεργία, στον πρωτογενή τομέα υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες κενές θέσεις εργασίες (51.000 μόνο για το 2017), οι οποίες καλύπτονται κάθε χρόνο με τη χορήγηση προσωρινών αδειών διαμονής και εργασίας σε αλλοδαπούς εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό βέβαια είναι και μία ένδειξη για το πόσο έχει απαξιωθεί δυστυχώς η έννοια της εργασίας –και ιδίως της χειρωνακτικής εργασίας- στη χώρα μας και πόσο επιβεβλημένος είναι ο αναπροσανατολισμός του πολιτισμικού ορίζοντά μας. Πάντως, με βάση τα δεδομένα αυτά, δεν νοείται πραγματική ανάπτυξη και θωράκιση της ελληνικής οικονομίας δίχως μακρόπνοη και αποτελεσματική στρατηγική ανάπτυξης του ελληνικού αγροτικού τομέα.

imerida_photo_xrysogonou_2Είναι ενθαρρυντικό ότι τα τελευταία χρόνια η αξία των εξαγόμενων αγροτικών προϊόντων παρουσιάζει συνεχή αυξητική τάση. Οι εξαγωγές των ελληνικών αγροτικών προϊόντων, καταγράφουν μάλιστα διψήφιους ρυθμούς αύξησης τα έτη 2015-2016. Ειδικότερα η περιφέρεια της Θεσσαλίας φαίνεται ότι κατέχει τα πρωτεία σε όρους ποιότητας και ποσότητας.

Ωστόσο αντιμετωπίζουμε σοβαρά προβλήματα. Τέτοιο πρόβλημα είναι η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, αφού μόλις το 5% των απασχολούμενων στη γεωργία είναι νέοι κάτω των 35 ετών και 31% από 65 ετών και πάνω. Επίσης, το μικρό μέγεθος και ο κατακερματισμός του αγροτικού κλήρου (μέσο μέγεθος εκμετάλλευσης 48 στρέμματα και μέσο μέγεθος αγροτεμαχίου 7 στρέμματα).

Ακόμη αρνητικός παράγοντας είναι το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των απασχολούμενων στον τομέα, αφού ένα ποσοστό 14% δεν έχει απολυτήριο δημοτικού, 70% είναι οι απόφοιτοι δημοτικού, 15% οι απόφοιτοι γυμνασίου ή λυκείου και μόλις το 1% απόφοιτοι ΑΕΙ ή ΤΕΙ.

Παραπέρα, αρνητική είναι η απαξίωση των συνεταιρισμών και η έλλειψη γενικότερα πνεύματος συνεργασίας και ομαδικής προσπάθειας, με αποτέλεσμα να λείπουν οι συνέργειες και οι οικονομίες κλίμακος που θα ήταν εφικτές σε αντίθετη περίπτωση.

Όλα αυτά καταλήγουν στην αδυναμία μας να εκμεταλλευτούμε το γεγονός ότι, ενώ παράγουμε πολλά αγροτικά προϊόντα κορυφαίας ποιότητας σε παγκόσμια κλίμακα και σε κάποια από αυτά είμαστε πρώτοι σε παγκόσμια παραγωγή, δεν μπορούμε μέσω της μεταποίησης και του δημιουργικού μάρκετινγκ να κερδίσουμε επιπλέον υπεραξίες.

Και βέβαια τα τελευταία χρόνια η υποχρηματοδότηση της εφαρμοσμένης αγροτικής έρευνας και της αγροτικής εκπαίδευσης, που οδηγεί στη συρρίκνωσή τους, σε συνδυασμό με την υπερφορολόγηση των αγροτικών εισοδημάτων, επιτείνουν ακόμη περισσότερο τα προβλήματα αυτά.

Συγχρόνως, κατά το διάστημα των τελευταίων ετών, η μείωση των τιμών παραγωγού σε αρκετά προϊόντα για λόγους λιγότερο ή περισσότερο συγκυριακούς (προσφορά – ζήτηση), σε συνδυασμό με την αύξηση της τιμής πετρελαίου και γενικότερα ενέργειας, αλλά και των λιπασμάτων και των φυτοφαρμάκων, καθώς και η μεγάλη έλλειψη πιστώσεων έχουν οδηγήσει σε διαρκή μείωση του καθαρού αγροτικού εισοδήματος.

Πρόσθετοι παράγοντες που στέκονται εμπόδιο στην ανάπτυξη της ελληνικής αγροτικής παραγωγής είναι η ανάπτυξη ανεξέλεγκτων εμπορικών δικτύων αγροτικών προϊόντων και η μείωση της στήριξης του αγροτικού εισοδήματος από την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), καθώς μετά την αναθεώρηση της το 2005-6 εξασφαλίζει μόνο ένα εισόδημα επιβίωσης, ενίοτε και σε «παραγωγούς» που δεν παράγουν.

Βασιζόμενη σε τρεις θεμελιώδεις αρχές της Ε.Ε. (ενιαία εσωτερική αγορά, κοινοτική προτίμηση, χρηματοδοτική αλληλεγγύη) η ΚΑΠ φαίνεται ότι έχει καταστεί η πιο ολοκληρωμένη κοινή πολιτική της Ε.Ε. Αν και αποτελεί μία πολιτική επί της αγοράς των γεωργικών προϊόντων, οι κανόνες της διέπουν ολόκληρο τον πρωτογενή τομέα, τόσο ως προς την λειτουργία των αγορών όσο και ως προς τις αγροτικές δομές.

Είναι αξιοσημείωτο ότι τον Ιούνιο του 2013, μετά από διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν περισσότερο από δύο χρόνια, επιτεύχθηκε μεταξύ Ευρωκοινοβουλίου, Συμβουλίου της Ένωσης και Ευρωπαϊκής Επιτροπής πολιτική συμφωνία ως προς την μεταρρύθμιση της ΚΑΠ μετά το 2013. Βασικό χαρακτηριστικό της νέας ΚΑΠ είναι ότι δόθηκε στα κράτη-μέλη πληθώρα κρίσιμων επιλογών για την εφαρμογή των ρυθμίσεων της ΚΑΠ.

Στο πλαίσιο αυτό, η ΚΑΠ διαθέτει για την ελληνική γεωργία την προγραμματική περίοδο 2014-20 εγκεκριμένους πόρους άνω των 19 δισεκατομμυρίων ευρώ. Το ποσό αυτό ξεπερνά το σύνολο των πόρων που θα λάβουν μαζί όλοι οι άλλοι τομείς της ελληνικής οικονομίας, ενώ αναλογικά προς το γεωργικό ΑΕΠ υπερβαίνει σε ποσοστά τους πόρους που λαμβάνει κάθε άλλο κράτος-μέλος. Ωστόσο η ευκαιρία αυτή κινδυνεύει να μην αξιοποιηθει κατάλληλα από την Ελλάδα. Χρειαζόμαστε υψηλότερη απορροφητικότητα των ευρωπαϊκών πόρων της ΚΑΠ από την Ελλάδα, με την κατάρτιση έγκαιρου και αποτελεσματικού προγραμματισμού για τον αγροτικό τομέα.

Η θέσπιση χαμηλότερης φορολογίας και αγροτικών ασφαλιστικών εισφορών, ο έλεγχος των τιμών εισροών και μέτρα για την μείωση τους (πχ αγροτικό πετρέλαιο),καθώς και η εξασφάλιση χρηματοδοτήσεων είτε από δάνεια είτε από δράσεις αυτού του πυλώνα της αγροτικής ανάπτυξης οφείλουν να είναι στόχοι μιας προοδευτικής αγροτικής πολιτικής που θα στοχεύει στην υπέρβαση των υφιστάμενων δυσχερειών.

Η Ελλάδα έχει μεγάλες δυνατότητες να παράγει πολύ περισσότερα και ποιοτικότερα προϊόντα απ’ ό, τι σήμερα στον πρωτογενή τομέα και έτσι αυτός να αποτελέσει μια από τις ατμομηχανές οι οποίες θα θέσουν σε κίνηση το τρένο της ανάπτυξης για τη χώρα μας τα επόμενα χρόνια και τις επόμενες δεκαετίες. Για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων αυτών χρειαζόμαστε μια εθνική αγροτική πολιτική, παράλληλη με την ΚΑΠ, ύστερα από σοβαρό διάλογο ουσίας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων του συνταγματικού τόξου και των παραγωγικών φορέων του πρωτογενούς τομέα.

Τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε εμμέσως, κάνοντας το επάγγελμα του αγρότη περισσότερο ελκυστικό. Τούτο μπορεί να επιδιωχθεί μέσω νέων προκηρύξεων προγραμμάτων νέων αγροτών, στοχευμένα, σε νέους υψηλού μορφωτικού επιπέδου, παράλληλα με ουσιαστική επιμόρφωση των χαμηλότερου επιπέδου. Επίσης πρέπει να χορηγηθούν φορολογικά και άλλα κίνητρα για νέα ζευγάρια που θα εγκατασταθούν στην ύπαιθρο.

Σε ό,τι αφορά τον αγροτικό κλήρο πρέπει να δρομολογήσουμε αναδασμούς όπου αυτό είναι δυνατό και να ενεργοποιήσουμε την τράπεζα αγροτικής γης, ώστε οι πραγματικοί αγρότες να μπορούν, με συμβολικό τίμημα, να νοικιάσουν ή να αγοράσουν γη, ακόμα και από δημόσια έκταση. Ακόμη ευκταίο είναι να προωθηθούν αντικίνητρα, ώστε να αποτρέπεται η κληρονομική μεταβίβαση αγροτικής γης σε αστούς. Για το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των απασχολούμενων στον αγροτικό τομέα το αντίδοτο θα μπορούσε να είναι συνεχείς επιμορφώσεις στα υπάρχοντα κέντρα του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ, που θα πρέπει να στελεχωθούν ανάλογα.

Χρήσιμη θα ήταν η θέσπιση ενός ενιαίου συνεταιριστικού νόμου, που θα καλύπτει όλους τους τύπους των συνεταιρισμών (αγροτικών, αστικών, καταναλωτικών Κοινσέπ, κλπ). Εξάλλου δεν πρέπει να λειτουργούν οι συνεταιρισμοί αυτοί ως φερέφωνα άλλων συλλογικοτήτων (κομμάτων κλπ), αλλά προς το συμφέρον των αγροτών-μετόχων τους.

H εκπόνηση ενός πολυετούς σχεδίου για το όραμα της ελληνικής γεωργίας που θέλουμε και ειδικότερα της αειφόρου γεωργίας, με τη συμμετοχή γεωτεχνικών-ερευνητών, αγροτών και συνεταιριστικών οργανώσεων καθώς και των αρμόδιων δημόσιων υπηρεσιών αποτελεί ένα παραπέρα ζητούμενο. Επίσης χρειάζεται πρόσληψη ερευνητών για την κάλυψη των κενών όλων των ερευνητικών ιδρυμάτων, που δυσλειτουργούν υποστελεχωμένα λόγω συνταξιοδότησης. Ακόμη είναι αναγκαία η ενίσχυση της αγροτικής έρευνας στον τομέα του εγχώριου γενετικού υλικού και η δημιουργία επίσημου εθνικού καταλόγου.

Παραπέρα πρέπει να διασφαλίσουμε την ενεργοποίηση του τμήματος γεωργικών ερευνών του ΥΠΑΑΤ, αλλά και αντίστοιχων από τα γεωπονικά πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας, ώστε να είναι κοντά στους αγρότες, προσφέροντάς τους τα αποτελέσματα της έρευνάς τους και τεχνική βοήθεια.

Η αύξηση του κόστους παραγωγής μπορεί να αντιμετωπιστεί σε ό,τι αφορά το πολλαπλασιαστικό υλικό και τα αγροχημικά, με τη στήριξη ελληνικών εταιριών παραγωγής τους. Στα καύσιμα για τον ίδιο λόγο πρέπει να χορηγηθεί άδεια του κράτους στους αγρότες να χρησιμοποιούν δικής τους παραγωγής βιοκαύσιμα (φυτικά έλαια ή βιοντίζελ), όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες της Ε.Ε. Ως προς το ηλεκτρικό ρεύμα χρειάζονται κίνητρα κατασκευής μικρών αποκεντρωμένων μονάδων φωτοβολταϊκών.

Για τη μάστιγα των ελληνοποιήσεων, μπορεί πολύ εύκολα να διευρυνθεί το πληροφοριακό σύστημα που υπάρχει και να παρακολουθεί τις εισαγωγές από τρίτες χώρες προϊόντων ανταγωνιστικών των δικών μας. Πρέπει ακόμη να λειτουργήσει το μητρώο αγροτών και αγροτικών εκμεταλλεύσεων και να προχωρήσει το κτηματολόγιο (αυτό το τελευταίο βέβαια είναι ένα γενικότερο εθνικό πρόβλημα κομβικής σημασίας, αφού η κτηματογράφηση που προχωρεί σήμερα με ρυθμούς χελώνας και τεράστια έξοδα θα έπρεπε να συντελεστεί με εντελώς διαφορετική μεθοδολογία, προσαρμοσμένη στη λογική των σχετικών προτάσεων των συλλογικών οργανώσεων συμβολαιογράφων και υποθηκοφυλάκων, ώστε να επιτευχθεί δραστικά και να επιτευχθεί ασφάλεια ως προς τα εμπράγματα δικαιώματα για όλους, με τεράστιες ευεργετικές συνέπειες για την οικονομική ανάπτυξη).

Ακόμη πρέπει να αποσαφηνισθεί ο ορισμός του αγρότη και αφού λειτουργήσει το μητρώο, να διακοπούν οι επιδοτήσεις σε αστούς.

Παραπέρα χρειάζεται ισορροπημένη πολιτική νερού και γης, ώστε να ανασχεθεί και αντιστραφεί η ταπείνωση του υδροφόρου ορίζοντα, η οποία απειλεί να ερημοποιήσει την ελληνική γη μέσα στις επόμενες δεκαετίες, καθιστώντας την Ελλάδα άγονη χώρα. Χρειαζόμαστε τη θεσμοθέτηση ενός αποτελεσματικού νόμου για την ενίσχυση και ενθάρρυνση συγκρότησης των αγροτικών συνεταιρισμών και των άλλων μορφών οργάνωσης των παραγωγών που θα τους αντιμετωπίζει ως ιδιωτικούς οργανισμούς, ενίσχυση των διεπαγγελματικών οργανώσεων, επαρκή εκπαίδευση και επιμόρφωση των αγροτών παρέχοντάς τους, όπου είναι δυνατό, συμβουλευτική υποστήριξη για επενδύσεις και καινοτομίες, συμβολαιακή σύνδεση της αγροτικής παραγωγής με τη μεταποίηση μέσω αποτελεσματικών Προγραμμάτων Αγροτικής Ανάπτυξης (ΠΑΑ) και δικαιότερη διαμόρφωση του καθεστώτος των αγροτικών ασφαλίσεων.

Όλα αυτά τα μέτρα προϋποθέτουν τελικά την ύπαρξη εθνικού στρατηγικού σχεδίου για τον ελληνικό αγροτικό τομέα στην Ελλάδα, στο πλαίσιο ενός συνολικού εθνικού αναπτυξιακού σχεδιασμού. Μόνο έτσι μπορούμε να εξέλθουμε από το «τρίγωνο του διαβόλου» της ανεργίας, της υπογεννητικότητας και της φυγής των νέων μας στο εξωτερικό, όπου έχουμε εμπλακεί εδώ και πολλά χρόνια, με αυξανόμενους μάλιστα ρυθμούς, στην τελευταία μνημονιακή επταετία, και το οποίο μακροπρόθεσμα απειλεί την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού.

* Το παρόν κείμενο είναι από την εισήγηση του κ. Χρυσόγονου στην ημερίδα που έγινε στη Λάρισα το Σάββατο  22 Απριλίου 2017  από την ΠΕΝΑ με  θέμα: «Αγροτική πολιτική της ΕΕ: Υφιστάμενες δυνατότητες και Προοπτικές για την Ελλάδα και τη Θεσσαλία». 

Posted in Εκδηλώσεις.