παραδοσιακές καλλιέργειες

Μεταστροφή από τις παραδοσιακές καλλιέργειες σε δένδρα και νωπά φρούτα

  • Της Δέσποινας Καραγιαννοπούλου

Το μικρότερο κόστος σε συνδυασμό με τα πολλαπλάσια κέρδη που αφήνουν, είναι το βασικότερο κίνητρο για την μεταστροφή των καλλιεργητών από παραδοσιακές καλλιέργειες, όπως είναι το σιτάρι, το βαμβάκι και το καλαμπόκι σε νέες καλλιέργειες πολλά υποσχόμενες. Βασικότερες αυτών, οι ξηροί καρποί και τα νωπά φρούτα.

Την τελευταία διετία μας λέει ο κ. Παντελής Κωνσταντινίδης ιδιοκτήτης φυτωρίου από τις Σέρρες, ολοένα και περισσότεροι καλλιεργητές σταματούν τις παραδοσιακές τους καλλιέργειες ή χρησιμοποιούν ένα μέρος των στρεμμάτων που χρησιμοποιούσαν για αυτές προκειμένου να φυτέψουν νωπά φρούτα, γνωστά στην αγορά ως superfoods για την ανθρώπινη υγεία, όπως είναι τα μύρτιλλα, η αρώνια, η κράνα , η παβλόνεια κ.λπ. Στο πλαίσιο αυτό, τον τελευταίο χρόνο και όσον αφορά το Νομό Σερρών καλλιεργήθηκαν περίπου 200 στρέμματα με αρώνια και 30 στρέμματα με παβλόνεια. Αναμφίβολα υποστηρίζει ο ίδιος το γεγονός των χαμηλών καλλιεργητικών απαιτήσεων που έχουν τα προαναφερθέντα νωπά φρούτα, καθώς είναι θάμνοι και άρα δεν χρειάζονται κλάδεμα , όπως επίσης και το δεδομένο ότι είναι λόγω της φύσης τους κατά 90% βιολογικά και άρα δεν απαιτούνται λιπάσματα, ευνοούν και παράλληλα εξηγούν την αυξανόμενη τάση των αγροτών να ασχοληθούν μαζί τους. Άρα υποστηρίζει ο κ. Κωνσταντινίδης το κόστος που μπορεί να έχει ένα στρέμμα φυτεμένο με superfoods δεν ξεπερνά τα 100 ευρώ το χρόνο και αφορά ως επί το πλείστον  το φρεζάρισμα και το τσάπισμα.
Ωστόσο, επισημαίνει για να έχει κάποιος το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, ποιοτικά αλλά και από πλευράς κόστους, πρέπει να είναι οργανωμένος και το προϊόν του να είναι πιστοποιημένο από τους αρμόδιους φορείς. Είναι πολύ σημαντικό αυτό, καθώς τα συγκεκριμένα φρούτα επιλέγονται ολοένα και περισσότερο από τους Έλληνες καταναλωτές, η κατανάλωση των οποίων στο εξωτερικό είναι το σύνηθες. 
Όσον αφορά την απόδοση τους ανά στρέμμα, θα μπορούσε κανείς να πει, σύμφωνα με τον παραγωγό από τις Σέρρες ότι μπορεί να κυμανθούν από 300 έως και 500 ευρώ. Υπολογίζεται ότι σε 1 στρέμμα φυτεύονται 200 τέτοια φυτά, τα οποία ξεκινούν να αποδίδουν από τον τρίτο χρόνο, ενώ η κανονική παραγωγή ξεκινά μετά τον 6ο χρόνο. 

Είναι γεγονός ότι την τελευταία διετία, ο καλλιεργητής τουλάχιστον στην Θεσσαλία έχει δείξει μία έντονη στροφή σε νέες καλλιέργειες, αφήνοντας κατά μέρος παραδοσιακές όπως το βαμβάκι και το σιτάρι, μας αναφέρει ο έτερος ιδιοκτήτης φυτωρίου κ. Ελευθέριος Δαμασιώτης από τη Λάρισα. Όπως υποστηρίζει αυτή η στροφή έχει γίνει από το 20% περίπου των αγροτών στην Θεσσαλία και αφορά στην πλειονότητά του τους ξηρούς καρπούς και συγκεκριμένα τα αμύγδαλα, τα φιστίκια και τα καρύδια . Μολονότι, κατά τον ίδιο, πρόκειται ένα είδος που πλήττεται όπως και οι παραδοσιακές καλλιέργειες από τις κλιματολογικές συνθήκες, το γεγονός ότι υπάρχει η δυνατότητα να αποθηκευτούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ευνοεί την ενασχόληση μαζί τους. Δύο άλλοι παράγοντες , όπως υποστηρίζει, που θα εντείνουν την στροφή των καλλιεργητών προς τους ξηρούς καρπούς είναι αφενός το γεγονός ότι από το 2019 θα πέσουν κατακόρυφα οι επιδοτήσεις και αφετέρου ότι επιδοτούνται οι νέες φυτεύσεις. Αυτό το τελευταίο υπογραμμίζει ο κ. Δαμασιώτης αποτελεί και το εφαλτήριο για την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών. 

Μία ακόμη παράμετρος που ευνοεί την καλλιέργεια ξηρών καρπών είναι από τη μία το χαμηλό κόστος και από την άλλη τα μεγάλα κέρδη που αφήνει. Και εξηγεί καταρχήν το κόστος αγοράς των φυτών είναι για τα αμύγδαλα 2,5 με 3,5 ευρώ , στα φιστίκια από 13 μέχρι 18 ευρώ και για τα καρύδια από 10 έως 17 ευρώ. Όσον αφορά τον τρόπο φύτευσης στα αμύγδαλα είναι 4Χ1,5 ή 6Χ6. Στα φιστίκια είναι 7Χ7 ή 6Χ6 και στα καρύδια είναι 8Χ8, 7Χ7 και 9Χ9. Το συνολικό κόστος στο στρέμμα δεν ξεπερνά τα 100 ευρώ.  Στον αντίποδα του χαμηλού κόστους είναι τα υψηλά κέρδη που αφήνουν οι ξηροί καρποί, τα οποία στα αμύγδαλα κυμαίνονται από 500-600 ευρώ το στρέμμα, ενώ είναι λίγο υψηλότερα στα καρύδια και τα φιστίκια ξεκινώντας από 800 ευρώ μέχρι και 1000 ευρώ το στρέμμα.

Ο Έλληνας αγρότης ζητά την ελπίδα, μας λέει ο κ. Αρης Κωνσταντινίδης, γεωπόνος στην εταιρεία Βίτρο Ελλας με αποτέλεσμα να κάνει λάθη. Συγκεκριμένα πριν από μερικά χρόνια επηρεάστηκε και επένδυσε στα superfoods, χωρίς όμως τα αναμενόμενα αποτελέσματα. 

 

Πράγματι τα τελευταία χρόνια, στην αναζήτηση της ελπίδας, o Ελληνας αγρότης  έχει στραφεί σε νέες καλλιέργειες και κυρίως στους ξηρούς καρπούς και κατά βάση στα αμύγδαλα και τα καρύδια. Ομως, όπως μας λέει ο ίδιος, την ίδια περίοδο ακριβώς επειδή υπάρχει μεγάλη ζήτηση έχουν φυτευτεί εκατομμύρια στρέμματα σε όλο τον κόσμο με αυτά τα φυτά. Και υπάρχει η μεγάλη ζήτηση γιατί η Καλιφόρνια, που είναι η πρώτη δύναμη στον ξηρό καρπό έχει πληγεί από την ξηρασία. 

 

Το γεγονός των πολλών φυτεύσεων ανά τον κόσμο, πρέπει να προβληματίσει τον Ελληνα αγρότη. Οπως αναφέρει στη παρούσα φάση υπάρχει ζήτηση, αλλά κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει μετά από δύο χρόνια. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν από δύο χρόνια, η τιμή που πληρωνόταν ο Ελληνας παραγωγός για το σπασμένο αμύγδαλο ήταν 6-7 ευρώ το κιλό και σήμερα κυμαίνεται στα 4 ευρώ το κιλό. 

 

Τα βασικότερα πλεονεκτήματα των καλλιεργειών με ξηρούς καρπούς θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι δύο. Το πρώτο είναι ότι το προϊόν δεν σε “πιέζει” να το πουλήσεις άμεσα και άρα υπάρχει ευχέρεια και μπορεί να αποθηκευτεί. Το δεύτερο έχει να κάνει με το κόστος καλλιέργειας, το οποίο είναι σημαντικά χαμηλότερο από άλλες καλλιέργειες. Αν πούμε ότι σε ένα στρέμμα φυτευτούν 50 αμυγδαλιές  το κόστος αγοράς των φυτών με 2,5 ευρώ το ένα φθάνει τα 125 ευρώ. Σε αυτό το ποσό αν προστεθούν τα κλαδέματα, η άρδευση , η φυτοπροστασία μπορεί το κόστος να φτάσει τα 300 ευρώ το χρόνο. 

Βεβαίως επισημαίνει ο ίδιος, η αμυγδαλιά και η καρυδιά φυτεύονται ως επί το πλείστον σε ορεινές περιοχές, όπου δεν μπορούν να καλλιεργηθούν άλλες δυναμικές καλλιέργειες, όπως για παράδειγμα, η ροδακινιά, η μηλιά ή η κερασιά. Σε αυτές τις περιοχές δεν χρειάζεται άρδευση, οπότε το κόστος μειώνεται.

 

Όσον αφορά τις φυτεύσεις, η τάση υπογραμμίζει ο κ. Α. Κωνσταντινίδης, τουλάχιστον στην Ευρώπη είναι η πυκνή. Αυτό σημαίνει  3,5-4 μέτρα μεταξύ των 2 γραμμών και ένα μέτρο επί της ίδιας γραμμής. Σύμφωνα με τον ίδιο, στο εξωτερικό υπάρχουν αυτόματα μηχανήματα, τα οποία συλλέγουν γρήγορα και εύκολα τον καρπό και άρα μιλάμε για πλήρη μηχανοποίηση της καλλιέργειας με μηδέν εργατικά. Στην Ελλάδα έχουμε 2-3 τέτοια μηχανήματα, αλλά αυτά για να δουλέψουν θέλουν μεγάλες εκτάσεις, που στην χώρα μας δεν υπάρχουν καθώς ο κλήρος είναι μικρός!!!! 

Posted in Αγροτική Έκφραση.